αντιπολιτεύομαι


αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτεύομαι, αντιπολιτεύτηκα και αντιπο λιτεύθηκα βλ. πίν. 20
——————
Σημειώσεις:
αντιπολιτεύομαι : η μτχ. ενεστώτα αντιπολιτευόμενος χρησιμοποιείται κυρίως ως επίθετο (οι αντιπολιτευόμενες εφημερίδες οι εφημερίδες που ασκούν αντιπολίτευση).

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀντιπολιτεύομαι — to be a political opponent pres ind mp 1st sg ἀντιπολῑτεύομαι , ἀντιπολιτεύομαι to be a political opponent pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αντιπολιτεύομαι — (Α ἀντιπολιτεύομαι) 1. είμαι πολιτικός αντίπαλος, εναντιώνομαι στην πολιτική εκείνου που βρίσκεται στην εξουσία 2. (το αρσ. πληθ. της μτχ. ως ουσ.) οι αντιπολιτευόμενοι η αντίθετη πολιτική μερίδα, αυτοί που ανήκουν στα εκτός της κυβέρνησης… …   Dictionary of Greek

  • αντιπολιτεύομαι — εύτηκα, ανταγωνίζομαι πολιτικά ή κομματικά κάποιον, αντιπράττω: Στις εκλογές εκείνες τον αντιπολιτεύονταν και μερικοί συγγενείς του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀντιπολιτευομένων — ἀντιπολιτεύομαι to be a political opponent pres part mp fem gen pl ἀντιπολιτεύομαι to be a political opponent pres part mp masc/neut gen pl ἀντιπολῑτευομένων , ἀντιπολιτεύομαι to be a political opponent pres part mp fem gen pl ἀντιπολῑτευομένων …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιπολιτευσάμενον — ἀντιπολιτεύομαι to be a political opponent aor part mp masc acc sg ἀντιπολιτεύομαι to be a political opponent aor part mp neut nom/voc/acc sg ἀντιπολῑτευσάμενον , ἀντιπολιτεύομαι to be a political opponent aor part mid masc acc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιπολιτευόμενον — ἀντιπολιτεύομαι to be a political opponent pres part mp masc acc sg ἀντιπολιτεύομαι to be a political opponent pres part mp neut nom/voc/acc sg ἀντιπολῑτευόμενον , ἀντιπολιτεύομαι to be a political opponent pres part mp masc acc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιπολιτευομένοις — ἀντιπολιτεύομαι to be a political opponent pres part mp masc/neut dat pl ἀντιπολῑτευομένοις , ἀντιπολιτεύομαι to be a political opponent pres part mp masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιπολιτευομένου — ἀντιπολιτεύομαι to be a political opponent pres part mp masc/neut gen sg ἀντιπολῑτευομένου , ἀντιπολιτεύομαι to be a political opponent pres part mp masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιπολιτευομένους — ἀντιπολιτεύομαι to be a political opponent pres part mp masc acc pl ἀντιπολῑτευομένους , ἀντιπολιτεύομαι to be a political opponent pres part mp masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιπολιτευσαμένου — ἀντιπολιτεύομαι to be a political opponent aor part mp masc/neut gen sg ἀντιπολῑτευσαμένου , ἀντιπολιτεύομαι to be a political opponent aor part mid masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)